Λουκάς — Εισαγωγή
Μια νέα, ανύπαντρη έγκυος σε ένα γαλιλαϊκό χωριό — σε έναν τόπο όπου κανείς δεν είχε λόγο να ακουστεί — τραγουδάει ένα τραγούδι που ο Λουκάς τοποθετεί στην αρχή του βιβλίου του: Γκρέμισε τους δυνατούς από τους θρόνους τους κι ανέβασε τους ταπεινούς. Χόρτασε τους πεινασμένους με αγαθά και τους πλούσιους τους έδιωξε αδειανούς. Αυτό που μοιάζει με ψαλμό είναι στην πραγματικότητα πολιτική δήλωση. Και δεν μπαίνει τυχαία εκεί.
Σε αυτή τη μία πρόταση βρίσκεται η θέση όλου του βιβλίου: αυτός που φαίνεται να μένει απ' έξω, στέκεται τελικά στο κέντρο. Σχεδόν κάθε ιστορία που ακολουθεί καταλήγει σε αυτόν τον ισχυρισμό.
Τι είδους βιβλίο είναι αυτό;
Αν ανοίγεις για πρώτη φορά ένα ευαγγέλιο, πιθανότατα φέρνεις λάθος προσδοκίες. Περιμένεις είτε ρεπορτάζ — ημερομηνίες, ακρίβεια, ελεγχόμενα γεγονότα — είτε θρησκευτική προπαγάνδα μεταμφιεσμένη σε ιστορία. Τίποτα από τα δύο δεν περιγράφει τι κάνει ο Λουκάς.
Αυτό που έγραψε ανήκει σε ένα αρχαίο λογοτεχνικό είδος, τον βίο — μια βιογραφία. Ο Πλούταρχος έγραφε έτσι, ο Σουετώνιος, ο Τάκιτος. Οι κανόνες του είδους ήταν ξεκάθαροι, αν και μας έχουν γίνει ξένοι: διαλέγεις σκηνές που πυκνώνουν την ουσία ενός ανθρώπου. Ταξινομείς το υλικό όχι κατά ημερολόγιο αλλά κατά επιχείρημα. Συνθέτεις λόγους — όχι ως πλαστογραφία, αλλά ως αναγνωρισμένη λογοτεχνική τεχνική: τι θα είχε πει αυτός ο άνθρωπος σε αυτή τη στιγμή. Έτσι δούλευαν όλοι οι αρχαίοι ιστορικοί, και το κοινό τους το ήξερε.
Ο συγγραφέας δεν ονομάζει τον εαυτό του πουθενά. Το «Λουκάς» είναι απόδοση του δεύτερου αιώνα — πιθανόν ο γιατρός που εμφανίζεται φευγαλέα στις επιστολές του Παύλου· η ιστορική έρευνα δεν έχει καταλήξει. Αυτό που αποκαλύπτει το ίδιο το κείμενο: ο γράφων ήταν μορφωμένος, χειριζόταν με ευχέρεια τα ελληνικά, γνώριζε τις εβραϊκές γραφές στην ελληνική τους εκδοχή και πιθανότατα δεν ήταν Ιουδαίος. Έγραψε ανάμεσα στο 80 και το 95 μ.Χ., για αναγνώστες που δεν είχαν πατήσει ποτέ στην Ιουδαία — στους οποίους έπρεπε να εξηγήσει τα πάντα. Υπάρχει και συνέχεια: οι Πράξεις των Αποστόλων είναι ο δεύτερος τόμος του ίδιου έργου.
Τι πρέπει να ξέρεις για τα αρχαία κείμενα
Τρία πράγματα που το αρχικό κοινό ήξερε και που πρέπει να έχεις κι εσύ μαζί σου:
Πρώτον: οι λόγοι στα αρχαία κείμενα δεν είναι απομαγνητοφωνήσεις. Κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν ισχυρίστηκε ότι καταγράφει κατά λέξη. Αποδίδει τι θα έλεγε πιθανότατα αυτός ο άνθρωπος σε αυτή τη στιγμή — πυκνωμένα, στοχευμένα. Αυτό ίσχυε για τον Θουκυδίδη όσο και για τον Λουκά. Δεν πρόκειται για απάτη· πρόκειται για διαφορετική συμφωνία ανάμεσα σε συγγραφέα και αναγνώστη.
Δεύτερον: οι αριθμοί λειτουργούν συχνά συμβολικά. Δώδεκα μαθητές, εβδομήντα απεσταλμένοι, σαράντα μέρες στην έρημο — δεν είναι τυχαίοι, είναι φορτισμένα σύμβολα που ένα εβραϊκά μορφωμένο κοινό αναγνώριζε αμέσως.
Τρίτον: η επιλογή είναι ερμηνεία. Ο Λουκάς δεν αφηγείται όσα συνέβησαν. Διαλέγει, πυκνώνει, παραλείπει — και ακριβώς σε αυτή την επιλογή βρίσκεται το επιχείρημά του.
Πώς κινείται η αφήγηση
Η ιστορία ακολουθεί μια γεωγραφία. Ξεκινάει στον Ναό της Ιερουσαλήμ, μετακινείται στον γαλιλαϊκό βορρά, και γυρίζει μετά σε έναν αργό, παρατεταμένο βηματισμό πίσω στην Ιερουσαλήμ. Αυτή η επιστροφή, που καλύπτει περίπου τα κεφάλαια 9 έως 19, είναι η καρδιά του βιβλίου: ο Ιησούς βαδίζει προς μια πόλη για την οποία ξέρει τι τον περιμένει. Στον δρόμο διδάσκει, λέει παραβολές, θεραπεύει, τσακώνεται. Ο Λουκάς δεν βιάζεται. Η πορεία δεν είναι ο δρόμος προς την κύρια δράση — η πορεία είναι η δράση. Στο τέλος δεν υπάρχει θρίαμβος, αλλά ένα δείπνο, ένας κενός τάφος και η εντολή να περιμένουν. Ένα τέλος που ανοίγει.
Τι αξίζει να προσέξεις
Ο Λουκάς έχει περισσότερες γυναίκες με πιο ενεργό ρόλο από οποιοδήποτε άλλο ευαγγέλιο. Η απάντηση της Μαρίας στον αγγελιαφόρο είναι το πολιτικά οξύτερο τραγούδι της Καινής Διαθήκης. Η Ελισάβετ είναι προφήτισσα, η Άννα προφήτισσα. Μια ομάδα γυναικών χρηματοδοτεί όλο το κίνημα και αναφέρονται με τα ονόματά τους. Γυναίκες είναι οι πρώτοι μάρτυρες της ανάστασης. Μέτρα τες όσο διαβάζεις — και παρατήρησε τι λένε και τι κάνουν, όχι απλώς ότι εμφανίζονται.
Μην αφήσεις από τα μάτια σου και το χρήμα. Από τα τέσσερα ευαγγέλια, του Λουκά είναι το πιο γυμνό από ευφημισμούς σε οικονομικά θέματα. Οι μακαρισμοί εδώ δεν λένε «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» — λένε μακάριοι εσείς που είστε φτωχοί, χωρίς κανένα επιπλέον. Το βιβλίο περιέχει «ουαί» προς τους πλούσιους που οι περισσότεροι κάτοχοι Βίβλων δεν έχουν διαβάσει ποτέ. Τι κάνει ο πλούτος, κατά το κείμενο, σε έναν άνθρωπο;
Όποιος παίζει τον ρόλο του ήρωα όταν χρειάζεται ήρωας είναι σχεδόν ποτέ αυτός που θα περίμενες. Τι σημαίνει να αγαπάς τον πλησίον σου, το ορίζει ένας Σαμαρείτης — η εθνοτική ομάδα που το ιουδαϊκό κοινό περιφρονούσε πιο βαθιά από κάθε άλλη. Ο μοναδικός λεπρός που γυρίζει να ευχαριστήσει είναι πάλι Σαμαρείτης. Ο στρατιώτης του οποίου την πίστη ο Ιησούς θαυμάζει είναι Ρωμαίος κατακτητής. Όταν ο Λουκάς θέλει να δείξει τι σημαίνει σωστή πράξη, πιάνει κάθε φορά έξω από τον κύκλο.
Μια ερώτηση διατρέχει όλο το βιβλίο: Ποιον βλέπει ο Ιησούς; Το βλέμμα του σταματάει σε ανθρώπους που η κοινωνία του πρώτου αιώνα είχε κάνει αόρατους. Να ακολουθήσεις αυτό το βλέμμα είναι ίσως ο πιο άμεσος τρόπος να καταλάβεις το βιβλίο.
Γιατί τώρα;
Στην Ελλάδα η Βίβλος έχει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα: φαίνεται να ανήκει σε κάποιον άλλο. Ανήκει στην Εκκλησία, στον παπά, στο κήρυγμα, στις τελετές. Ταυτόχρονα όμως ξέρεις ότι γράφτηκε στα ελληνικά — σε μια γλώσσα που, με κάποιον περίεργο τρόπο, είναι δική σου. Κι αν ρωτήσεις «τι λέει τελικά;», η απάντηση σχεδόν πάντα εκπλήσσει. Γιατί αυτό που λέει ο Λουκάς δεν μοιάζει με αυτό που ακούγεται στη λειτουργία.
Η γενιά που μεγάλωσε μετά την κρίση του 2010 έμαθε να μην εμπιστεύεται θεσμούς — κανέναν. Το κράτος, τις τράπεζες, την Εκκλησία. Αυτό έχει λόγο. Αλλά ο Λουκάς δεν είναι θεσμός. Είναι ένας συγγραφέας που έγραψε για ανθρώπους χωρίς λόγο να πιστέψουν τίποτα. Το κοινό του ήταν μορφωμένοι Έλληνες και Ρωμαίοι που έκαναν ψύχραιμες ερωτήσεις: ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος, και γιατί πενήντα χρόνια αργότερα τον κουβαλάνε ακόμα στο στόμα τους; Αν διαβάζεις αυτό το κείμενο χωρίς εκκλησιαστικό υπόβαθρο, είσαι ακριβώς ο αναγνώστης για τον οποίο γράφτηκε.
Άνοιξέ το.